ανατομή

[анатом и] ουσ. Θ. анатомирование,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανατομή" в других словарях:

  • ἀνατομῇ — ἀνατομή dissection fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνατομή — dissection fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανατομή — η (Α ἀνατομή) η ενέργεια του ανατέμνω, διαμελισμός, και ειδικότερα διαμελισμός νεκρού σώματος ενόργανου όντος για επιστημονικούς σκοπούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανατέμνω. ΠΑΡ. ανατομικός, νεοελλ. ανατομία] …   Dictionary of Greek

  • ἀνατομαῖς — ἀνατομή dissection fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνατομαί — ἀνατομή dissection fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνατομῆς — ἀνατομή dissection fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνατομήν — ἀνατομή dissection fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνατομῶν — ἀνατομή dissection fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανατομία — Η επιστήμη που μελετά τη μορφή και τη δομή των έμβιων οργανισμών. Υποδιαιρείται σε α. των φυτών, α. των ζώων και α. του ανθρώπου. Η τελευταία διαιρείται και αυτή σε δύο βασικούς κλάδους: την περιγραφική και την τοπογραφική. Η περιγραφική… …   Dictionary of Greek

  • анатомия — со времени Петра I, анатомикус анатом ; см. Смирнов 37 и сл. Из лат. anatomia, anatomicus, греч. ἀνατομή : ἀνατέμνω разрезаю …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.